ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ



μπελλουΓεννημένη στα Χάλια Βοιωτίας, στις 29 Αυγούστου 1921, η Σωτηρία μεγάλωσε, μέχρι τα εφτά της χρόνια, με τη γιαγιά και τον παππού της, τον παπα – Σωτήρη , που την έπαιρνε πάντα μαζί του στην εκκλησία.

Οι ύμνοι τη μάγευαν και την οδηγούσαν στις πρώτες απόπειρες ερμηνείας. «Με μάγευαν από παιδί – έλεγε πάντα – εκείνοι οι ήχοι. Οι φωνές των ψαλτάδων ακουμπούσαν μέσα στην ψυχή μου. Δεν καταλάβαινα γιατί, αλλά μου άρεσε πολύ. Τους κοίταγα σχεδόν με ανοιχτό το στόμα που έψελναν. Οταν θα μεγάλωνα λίγο, σκεφτόμουν, θα μπορούσα κι εγώ να ψέλνω. Αργότερα, με πήρε ο μακαρίτης ο πατέρας μου και με πήγε στον κινηματογράφο να δω ένα έργο, την «Προσφυγοπούλα», που έπαιζε η μεγάλη Βέμπο. Τι ήταν να δω την Βέμπο, ξετρελάθηκα μαζί της και με τη μανία που είχα για τα τραγούδια, δε σταμάταγα όλη μέρα να τραγουδάω όλα τα τραγούδια της Βέμπο. Είχαμε στο σπίτι ένα μεγάλο καθρέφτη, από την προίκα της μητέρας μου, και στο δωμάτιο πήγαινα συνέχεια στον καθρέφτη κι έπαιρνα πόζες, τραγούδαγα, έκανα τα σχέδια της Βέμπο. Η μητέρα μου η μακαρίτισσα μ’ έδερνε κάθε μέρα. «Τι είναι αυτά; Τραγουδίστρια θα σε κάνουμε;», μου έλεγε αυστηρά. «Ναι. Θα γίνω τραγουδίστρια»».

«Ημουν και θα είμαι αριστερή»

Και έγινε, έστω κι αν χρειάστηκε να περάσει διά πυρός και σιδήρου. Από τα 16 της χρόνια, δείχνει τις πολιτικές της πεποιθήσεις. Οι συναναστροφές της με αριστερούς, η συμπάθεια που έδειχνε από μικρή στους φτωχούς, η αντίδρασή της στο κατεστημένο, σε πρέπει και σε υποδείξεις, όχι μόνο των δικών της, αλλά και της μικρής κοινωνίας της Χαλκίδας, «οργάνωναν» στην παιδική της ψυχή τη μελλοντική αριστερή της συνείδηση. «Ημουν, είμαι και θα είμαι αριστερή» – έλεγε και ξανάλεγε μέχρι το τέλος της ζωής της.

Ενας αποτυχημένος γάμος στα 17 της χρόνια, μια αποβολή από ξυλοδαρμό, το βιτριόλι εναντίον του άντρα της, η φυλακή, «στιγμάτισαν» την ίδια και τη φιλήσυχη οικογένειά της. Η Χαλκίδα δεν τη «σηκώνει». Ηταν 29 Οκτώβρη του ’40, μια μέρα μετά την κήρυξη του πολέμου και την εισβολή της Ιταλίας στην Ελλάδα. Είχε κλείσει τα 19 και φαινόταν να τα έχει ζήσει σχεδόν όλα. Κι όμως, την περίμεναν ακόμη περισσότερα. Δεκαεννιά χρονών κορίτσι παίρνει τη ζωή στα χέρια της και σε εποχές πολύ δύσκολες. Σε εποχές που οι κατακτητές καταργούσαν ζωές, ελευθερίες, αξίες. Εκείνη με δυο ρουχαλάκια μόνο, ούτε καν την κιθάρα της, μπήκε σ’ ένα τρένο που μετέφερε φαντάρους, λόγω της επιστράτευσης, και ήρθε στην Αθήνα. Η μόνη κουβέντα, που είπε στον πατέρα της φεύγοντας, ήταν: «Φεύγω, αλλά μια μέρα θα γυρίσω στη Χαλκίδα μεγάλη και τρανή».

Για αρκετές μέρες αφού έφτασε στην Αθήνα, κοιμόταν σε κάποια παλιά βαγόνια του τρένου. Δύσκολα χρόνια. Κατοχή, πείνα. Βρήκε δουλιά σαν υπηρέτρια σε κάποιο σπίτι. Μετά πούλαγε τσιγάρα σε διάφορες ταβέρνες, ή έπλενε πιάτα για ένα πιάτο φαγητό και σπάνια και ένα μικρό χαρτζιλίκι. Ολομόναχη, έδωσε τον δικό της προσωπικό αγώνα επιβίωσης, ενώ, παράλληλα, προσέφερε τις υπηρεσίες της στην Αντίσταση. Αγόρασε μια κιθάρα που την κράτησε στη ζωή στη διάρκεια της Κατοχής. Σε ένα από τα ταβερνάκια που τραγουδούσε την άκουσε ο Καπετανάκης, ο οποίος μίλησε στον Τσιτσάνη. Αυτό ήταν. Τα τραγούδια «Οταν πίνεις στην ταβέρνα» με στίχους του Τσιτσάνη και «Το παιδί που είχες φίλο» με στίχους του Καπετανάκη, ήταν η πρώτη δισκογραφική της δουλιά, αρχές του 1947. Η επιτυχία διαδεχόταν η μια την άλλη. Δε θα κρατήσει, όμως, για πολύ. Αρχές της δεκαετίας του ’60, άρχισαν τα πράγματα να γίνονται δυσκολότερα. Είχε σταματήσει κάθε επαφή με τη δουλιά. Κανείς δε ρωτούσε αν ζει ή αν πέθανε. Μετά από τόσες δόξες, βρισκόταν ξανά στο μηδέν της ζωής και της δουλιάς της.

«Είχα πάθει μελαγχολία. Λίγο οι ταλαιπωρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου, λίγο το ξενύχτι και η κούραση, λίγο το ποτό και οι στενοχώριες, τα νεύρα μου κλονίστηκαν. Ας όψονται, όμως, αυτοί που με κυνήγησαν τόσα χρόνια για να με θάψουν», έλεγε πάντα, καθώς οι μνήμες εκείνες την πλήγωναν. Νοσηλεύτηκε στου «Μαρκομιχελάκη». Η διάγνωση: Μανιοκατάθλιψη. Μπαινόβγαινε στην κλινική σε τακτά χρονικά διαστήματα. Από τη μια, χάπια για την κατάθλιψη, από την άλλη, το αλκοόλ. Οι κρίσεις άρχισαν να γίνονται πιο συχνές. Το 1964 μπαίνει στην κλινική του Λυμπέρη, όπου έμεινε αρκετούς μήνες, για αποτοξίνωση και υπνοθεραπεία.

Ηταν το ψυχικό βάρος μιας ζωής, που σκοτείνιαζε κάθε τόσο το μυαλό της. Μια ψυχή, που στερήθηκε την τρυφερότητα, την αγάπη, την ηρεμία, την ανεμελιά της εφηβείας, που αντάμωσε τη βαρβαρότητα, το σωματικό και ψυχικό πόνο, που βίωσε τη φυλακή, την πείνα, τη βιαιότητα, λύγιζε μαζί με το κορμί της, που το καταχράστηκε το οινόπνευμα, το ξενύχτι, οι φασαρίες. Οι καημοί της, έτοιμοι να εκραγούν, έτοιμοι να την ξεκάνουν. «Σε κλινική με κλείσανε, καλά για να με κάνουν, για να γλιτώσω απ’ τους καημούς, προτού να με ξεκάνουν» (ήταν η συνέχεια του τραγουδιού «Για μένα το καλό παιδί», που όμως δεν το περιέλαβε τελικά στο γνωστό τραγούδι, όταν το ηχογράφησε).

Η «αρχόντισσα» του αυθεντικού

Μπορεί να ήταν η αρχόντισσα του ρεμπέτικου, αλλά η Σωτηρία Μπέλλου το ίδιο ανεπανάληπτα ερμήνευσε και κομμάτια του έντεχνου τραγουδιού. Εχοντας στο ενεργητικό της τραγούδια των Παπαϊωάννου, Χιώτη, Μητσάκη, Καπλάνη, Γαβριήλ, Τσιτσάνη, Καλδάρα, Χατζηχρήστου, Περιστέρη, Ροβερτάκη, Κολοκοτρώνη, Μπακάλη, Μπαγιαντέρα, Βασιλειάδη, δε δίστασε να καταθέσει, με εξαιρετική επιτυχία, τη λιτή, δωρική φωνή της σε δημιουργίες των Σταύρου Ξαρχάκου, Διονύση Σαββόπουλου, Δήμου Μούτση, Ηλία Ανδριόπουλου, Δημήτρη Λάγιου, Αργύρη Κουνάδη, Βασίλη Δημητρίου.

Η συνεργασία της με τον Διονύση Σαββόπουλο στο «Ζεϊμπέκικο», αλλά και με τον Ηλία Ανδριόπουλο, στα «Λαϊκά Προάστια», υπήρξε μια μοναδική ερμηνευτική κατάθεση. Στα «Λαϊκά προάστια», οι εικόνες αυτές οι λαϊκές έδιναν μια προέκταση, με καλλιτεχνικό τρόπο, έπιαναν κάποιες περιοχές κοινωνικού προβληματισμού που της άρεσε. Ηταν ένας γνήσιος άνθρωπος η Μπέλλου , κι αυτό το απέδειξε μέσα από το τραγούδι της. Δε χρειάστηκε πιστοποιητικά γνησιότητας, γιατί τα είχε, τραγουδώντας τα ρεμπέτικα, τα λαϊκά, τα έντεχνα. Οσο κι αν ο κόσμος μας, με μια βιασύνη, προχωρά και αναζητά το καινούριο σε όλα τα πράγματα και μέσα από τη μουσική, με μια ταχύτητα και μια βιασύνη, που δεν αφήνει να κατασταλάξουν και να αφομοιωθούν τα πράγματα σωστά, πρέπει να στέκεται στις αξίες του έργου που μας έχουν αφήσει τέτοιοι καλλιτέχνες. Εχει κάτι να κερδίσει ο κόσμος και η νεολαία, όταν στέκεται σε αξίες των νεοελληνικών πραγμάτων. Η παρουσία της στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι ήταν λίγη, αλλά πολύ σημαντική. Εδωσε μια νέα διάσταση και πλούτισε το έντεχνο τραγούδι.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «Στιγμές μιας περιπλανώμενης ζωής»της Σ. ΑΔΑΜΙΔΟΥ στον ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ στις 23 Αυγούστου 1998

 

                          
  Π.Ε.Ι. Λεωφορείου              Π.Ε.Ι. Φορτηγού                                    Kαταστατικό                          ΚΟΚ     Συνδικάτου ΟΑΣΑ
      
        Συνοπτικός
   Εργασιακός Οδηγός